Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι,
Στην αποψινή πολιτική εκδήλωση επιδιώκουμε να εξετάσουμε τον ρόλο του σχολείου εντός του κρατικού και καπιταλιστικού συστήματος, καθώς η εκπαίδευση είναι ένας από τους πιο κρίσιμους θεσμούς μέσα στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες.
Το σχολείο δεν αποτελεί έναν ουδέτερο χώρο, αλλά έναν κατεξοχήν μηχανισμό διαμόρφωσης συνειδήσεων, αξιών και ταυτοτήτων. Η υποχρεωτική προσευχή κάθε πρωί, οι εθνικές γιορτές, οι μιλιταριστικές παρελάσεις, η καθημερινή πειθάρχηση σε μια προπαγανδιστική διδακτέα ύλη, η προαγωγή του ατομικισμού και του ανταγωνισμού μέσα από την σχολική λειτουργία και τέλος, οι πανελλαδικές εξετάσεις, ως τερματικός σταθμός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αποτελούν το απόσταγμα αυτών των επιβολών.
Η αστική εκπαίδευση έχει στόχο την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και την άκριτη αποδοχή της εξουσίας κράτους και κεφαλαίου. Μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια, τη γλώσσα, τις εθνικές αφηγήσεις ή αλλιώς τους εθνικούς μύθους και τις καταπιεστικές παιδαγωγικές πρακτικές που συντηρούνται έως σήμερα σε ένα σχολείο-φυλακή, προωθούνται συγκεκριμένες αντιλήψεις προς όφελος της άρχουσας οικονομικής τάξης και της κρατικής εξουσίας με γνώμονα την διαιώνιση της κυριαρχίας τους .
Το σχολείο εντός του καπιταλιστικού κράτους επιβάλλει την πειθαρχία και την παθητική υπακοή, γαλουχεί στον εθνικισμό, την πατριαρχία, τον μιλιταρισμό, την ομοφοβία και την τρανσφοβία, καθώς και στις θρησκευτικές δοξασίες και αυταπάτες.
Η γλώσσα και τα κείμενα των σχολικών βιβλίων δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα, αλλά τη διαμορφώνουν και τη συγκροτούν. Ο κυρίαρχος εκπαιδευτικός λόγος παρουσιάζει έννοιες ως αδιαμφισβήτητες αξίες, φυσικοποιεί τις ταξικές διαιρέσεις και προβάλλει την αντίσταση ως αποκλίνουσα συμπεριφορά από τις κοινωνικές νόρμες. Έτσι, η αστική εκπαίδευση λειτουργεί ως ένα εργαλείο αναπαραγωγής συγκεκριμένων ιδεολογημάτων, καλλιεργώντας πολίτες που δεν αμφισβητούν αλλά συμμορφώνονται, που υποτάσσονται και υπακούουν προκειμένου να ενταχθούν ομαλά στην άγρια καπιταλιστική ζούγκλα.
Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως το σχολείο κάθε άλλο παρά ένας ουδέτερος θεσμός δεν είναι. Δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία ούτε πάνω από τις ταξικές συγκρούσεις που τη διαπερνούν. Σε κάθε εποχή η εκπαίδευση αντανακλά τις ανάγκες και τις αξίες του κυρίαρχου κοινωνικού συστήματος. Στον καπιταλισμό το σχολείο καλείται να επιτελέσει έναν διπλό ρόλο, αφενός να εφοδιάσει την αγορά με το απαραίτητο εργατικό δυναμικό και αφετέρου να διαμορφώσει ανθρώπους πειθαρχημένους, υπάκουους και προσαρμοσμένους στις απαιτήσεις της εξουσίας και της αγοράς.
Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί ίσων ευκαιριών, αριστείας και αξιοκρατίας κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Η εκπαίδευση ως μηχανισμός αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα παιδιά των οικονομικά προνομιούχων διαθέτουν περισσότερους πόρους, καλύτερη πρόσβαση σε εκπαιδευτική υποστήριξη και περισσότερες δυνατότητες «επιτυχίας».
Αντίθετα, τα παιδιά των εργαζομένων, των άνεργων και των λαϊκών στρωμάτων καλούνται να συμμετάσχουν σε έναν άνισο αγώνα, όπου οι κοινωνικές αφετηρίες βαφτίζονται ατομικές ικανότητες και οι ταξικές διαφορές παρουσιάζονται ως προσωπικές αποτυχίες.
Ακολούθως, η καπιταλιστική εκπαίδευση δεν ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια ελεύθερων ανθρώπων αλλά για την παραγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου. Η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα, η μάθηση σε επένδυση και ο μαθητής σε μελλοντικό εργαζόμενο που οφείλει να αποκτήσει δεξιότητες χρήσιμες για την αγορά. Η αξία της γνώσης μετριέται με βάση τη χρησιμότητά της για την καπιταλιστική οικονομία και όχι με βάση την συμβολή της στην προαγωγή του συλλογικού καλού.
Γι’ αυτό και το σχολείο μαθαίνει από νωρίς στα παιδιά να υπακούν. Να σηκώνουν το χέρι για να μιλήσουν. Να ακολουθούν εντολές. Να αποδέχονται αξιολογήσεις και ιεραρχίες. Να ανταγωνίζονται αντί να συνεργάζονται. Να θεωρούν φυσικό το να κρίνονται συνεχώς από ανώτερους. Έτσι προετοιμάζονται για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, των αφεντικών και της υποταγής στις επιταγές της αγοράς.
Ενώ η εκπαίδευση παρουσιάζεται ως μοχλός κοινωνικής προόδου, στην πραγματικότητα υπηρετεί μια κοινωνία βαθιά άνιση, όπου η εργασία είναι συλλογική αλλά ο πλούτος ιδιωτικοποιείται, όπου η γνώση παράγεται κοινωνικά αλλά αξιοποιείται προς όφελος των λίγων.
Μαθητές και μαθήτριες περνούν την καθημερινότητά τους μέσα σε ασφυκτικά περιβάλλοντα, όπου η αξιολόγηση, η πειθαρχία και η επιτήρηση κυριαρχούν. Μέτρα όπως η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και η Τράπεζα Θεμάτων ενισχύουν τις κοινωνικές ανισότητες και δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια για την νεολαία.
Η πίεση αυτή οδηγεί από νωρίς σε έναν αδιάκοπο κύκλο εξωσχολικών υποχρεώσεων. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες και κέντρα μελέτης μετατρέπουν την μάθηση σε εξαντλητική διαδικασία βασισμένη στην αποστήθιση και την τυποποίηση. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως ατομικό κατόρθωμα, ενώ οι αποτυχίες αποδίδονται σε προσωπική ευθύνη, αποκρύπτοντας τις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες.
Παράλληλα οι σχολικές τιμωρητικές ποινές, οι απουσίες και οι αποβολές επαφίονται στην υποκειμενική αντίληψη του εκάστοτε διευθυντή/-ντριας και κατά βάση έχουν γίνει ψωμοτύρι στα χέρια τους.
Την ίδια στιγμή η κοινωνία χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Ενώ κατευθύνονται τεράστιοι πόροι σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, φαινόμενα ρατσισμού, φασισμού, σεξισμού και έμφυλης βίας συνεχίζουν να αναπαράγονται. Οι επιθέσεις με φυλετικό, έμφυλο ή σεξουαλικού προσανατολισμού κριτήριο συχνά αντιμετωπίζονται με ανοχή, αποκαλύπτοντας τις πατριαρχικές, ρατσιστικές και εξουσιαστικές δομές του κρατικού και καπιταλιστικού συστήματος.
Η εφηβεία βιώνεται μέσα σε άγχος, μοναξιά και ανταγωνισμό. Η αλληλεγγύη υποχωρεί μπροστά σε ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα. Η δημόσια εκπαίδευση υποβαθμίζεται, ενώ ενισχύονται οι ιδιωτικές δομές που λειτουργούν με επιχειρηματικά κριτήρια.
Τελικά η εκπαίδευση παρουσιάζεται ως μονοπάτι ατομικής ανέλιξης, καλλιεργώντας την ιδέα ότι η προσωπική επιτυχία είναι το ύψιστο ιδανικό. Έτσι, αναπαράγεται η λογική ότι η γνώση και η ανθρώπινη προσπάθεια είναι προϊόντα προς εκμετάλλευση.
Ωστόσο, στην εκπαιδευτική πράξη γίνεται εμφανές ότι τα προβλήματα των νέων δεν είναι ατομικές αδυναμίες. Οι μαθητές διαμορφώνονται μέσα σε κοινωνικές συνθήκες ανισότητας, ανασφάλειας και πίεσης. Όταν η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, όταν η επισφάλεια και η φτώχεια αυξάνονται, οι συνέπειες αποτυπώνονται στο σχολείο.
Το άγχος και η ανασφάλεια παρουσιάζονται συχνά ως ατομικά ζητήματα, όμως συνδέονται άμεσα με την κοινωνική πραγματικότητα. Το σχολείο από την πλευρά του, αντί να καλλιεργεί τη συνεργασία και την κριτική σκέψη, αναπαράγει τον ανταγωνισμό και την αξιολόγηση. Από νωρίς τα παιδιά μαθαίνουν να συγκρίνονται και να διακρίνονται μέσα από έναν συνεχή αγώνα επιδόσεων. Αγώνας που εξαρτάται από το επίπεδο ικανότητάς τους στη στείρα αποστήθιση και τη μηχανοποιημένη γνώση.
Ο κοινωνικός εκφοβισμός και άλλα βίαια φαινόμενα που παρατηρούμε δεν αποτελούν παρά αναπαραγωγή των αξιών της υπάρχουσας κοινωνίας που εκτονώνονται μέσω της βίας και της επιβολής. Ως μορφή εκτόνωσης και πλασματικής διαφυγής από την πνιγηρή πραγματικότητα λειτουργούν επίσης τα ναρκωτικά, τα βιντεοπαιχνίδια, αλλά και τα social media.
Τα social media δρουν συγκεκριμένα ως ψηφιακό υποκατάστατο της ζωής, της κριτικής σκέψης και της συλλογικής δράσης. Η αλόγιστη χρήση τους από μαθητές και μαθήτριες αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της εποχής. Δεν πρόκειται απλώς για υπερβολική χρήση της τεχνολογίας αλλά για μια βαθύτερη κοινωνική συνθήκη που επηρεάζει την αντίληψη του εαυτού και του κόσμου.
Τα social media λειτουργούν ως ψηφιακό περιβάλλον συνεχούς διέγερσης. Η διάσπαση προσοχή από τον βομβαρδισμό αφιλτράριστων ειδήσεων ενός μηχανικού searching αποτελεί πεδίο κερδοφορίας για τις πλατφόρμες που ανταγωνίζονται για τη μέγιστη δέσμευση του χρήστη. Η συγκέντρωση και η εμβάθυνση υποχωρούν μπροστά στη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων.
Βέβαια, η κριτική σκέψη απαιτεί χρόνο, ανάλυση και σύνθεση. Αντίθετα, τα social media προωθούν την ταχύτητα και την επιφανειακή κατανάλωση της πληροφορίας. Σύνθετα κοινωνικά ζητήματα συμπυκνώνονται σε αποσπασματικά βίντεο και σύντομες λεζάντες, χωρίς πλαίσιο και ανάλυση. Ταυτόχρονα, η πληροφορία δεν είναι ουδέτερη αλλά διαμορφώνεται από αλγορίθμους που στοχεύουν στην αύξηση της αλληλεπίδρασης. Έτσι, οι χρήστες δεν έρχονται σε επαφή με την πραγματικότητα στην πολυπλοκότητά της αλλά με μια φιλτραρισμένη εκδοχή της.
Η ανθρώπινη αδιαμεσολάβητη επικοινωνία αντικαθίσταται από την ψηφιακή υποκατάσταση της κοινωνικής σχέσης. Οι ζωντανές συζητήσεις και οι συλλογικές εμπειρίες υποχωρούν μπροστά σε likes και σχόλια. Η κοινωνική ζωή περιορίζεται στο προφίλ και η κοινότητα αντικαθίσταται από την εξατομικευμένη κατανάλωση περιεχομένου. Ως αποτέλεσμα, η εξατομίκευση ενισχύεται και οι άνθρωποι απομονώνονται μέσα σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Η συλλογική εμπειρία και η πολιτική συνείδηση αποδυναμώνονται, ενώ η δυσαρέσκεια εκτονώνεται μέσα σε έναν κύκλο στιγμιαίων αντιδράσεων που απορροφώνται από τις ίδιες τις πλατφόρμες.
Από ελευθεριακή σκοπιά το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία αλλά ο τρόπος χρήσης της μέσα σε ένα σύστημα που εμπορευματοποιεί την προσοχή και ενισχύει την παθητικότητα. Η απώλεια της κριτικής σκέψης και της συλλογικής δράσης περιορίζει τη δυνατότητα αμφισβήτησης των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας.
Θέση μας είναι πως η απάντηση δεν βρίσκεται στην ψηφιακή απομόνωση αλλά στην επαναφορά της ζωντανής επικοινωνίας, της συλλογικής σκέψης και οργάνωσης. Η πραγματική ελευθερία δεν είναι η ψηφιακή σύνδεση αλλά η δυνατότητα των ανθρώπων να συναντιούνται, να συζητούν και να δρουν συλλογικά στον πραγματικό κόσμο.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν αποσπασματικά προβλήματα. Δεν πρόκειται απλώς για τις Πανελλαδικές, ούτε μόνο για την εντατικοποίηση της σχολικής ζωής ή για την εξάρτηση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας πραγματικότητας.
Μιας πραγματικότητας που διαμορφώνει ανθρώπους συνηθισμένους στον ανταγωνισμό, στην αξιολόγηση, στην ανάθεση, στην παθητικότητα και τελικά στην εκτόνωση. Μιας πραγματικότητας που θέλει τη γνώση αποκομμένη από την κοινωνία, τη συλλογικότητα αντικατεστημένη από την ατομική επιβίωση και τη συμμετοχή περιορισμένη στον ρόλο του θεατή.
Γι’ αυτό και οι αγώνες που έχουν δοθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια από μαθητές, μαθήτριες και εκπαιδευτικούς απέναντι στην αξιολόγηση, στην υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, στην Τράπεζα Θεμάτων, στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, στα Ωνάσεια σχολεία και συνολικά στις εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις, δεν αφορούν μόνο επιμέρους μέτρα. Αφορούν τη σύγκρουση με μια συνολική αντίληψη για το σχολείο και τον κοινωνικό του ρόλο.
Απέναντι στο σχολείο της πειθαρχίας, της αξιολόγησης και του ανταγωνισμού, εμείς αγωνιζόμαστε για μια ελευθεριακή εκπαίδευση που θα προάγει την καλλιέργεια ελεύθερων και κριτικά σκεπτόμενων ανθρώπων. Ανθρώπων που δεν εκπαιδεύονται για να υπακούν, αλλά για να κατανοούν τον κόσμο γύρω τους και να παρεμβαίνουν συνειδητά σε αυτόν με κριτήριο την συλλογική ευημερία.
Στο επίκεντρο αυτής της αντίληψης βρίσκεται η ενεργή συμμετοχή των μαθητών και των μαθητριών στη μαθησιακή διαδικασία. Η γνώση να πάψει να αποτελεί αντικείμενο αποστήθισης και να είναι εργαλείο κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Η εκπαιδευτική σχέση να παύσει να βασίζεται στην ιεραρχία και να οικοδομείται στη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την συλλογικότητα.
Αντί για βαθμούς, διαρκή αξιολόγηση και ανταγωνισμό, η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα και η αλληλοβοήθεια μέσα σε μια νέα μαθησιακή διαδικασία μέσα από ένα νέο ελευθεριακό εκπαιδευτικό μοντέλο. Αντί για την παθητική αποδοχή έτοιμων αληθειών, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Αντί για την προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς, η σύνδεση της γνώσης με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Η ελευθεριακή εκπαίδευση που προτάσσουμε δεν αντιμετωπίζει τους νέους ως μελλοντικό εργατικό δυναμικό αλλά ως ισότιμα κοινωνικά υποκείμενα, ικανά να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της ζωής τους και της κοινότητας στην οποία ανήκουν.
Η συζήτηση λοιπόν για τις Πανελλαδικές δεν αποτελεί συζήτηση αποκλειστικά για έναν εξεταστικό θεσμό. Είναι μια συζήτηση για το τι ανθρώπους θέλει να παράγει το υπάρχον σύστημα και, ταυτόχρονα, για το τι ανθρώπους θέλουμε εμείς να διαμορφώνει μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία ελευθερίας, ισότητας, αλληλεγγύης.
ΦΕΑΝ – Κλαδική Ένωση Εκπαιδευτικών





